ΤΟ ΜΑΥΡΟ
ΤΗΛΕΦΩΝΟ
Έχω σχηματίσει τους παλιούς αριθμούς
με μια θολή
επιθυμία να απαντήσουν,
γνωρίζοντας
πια πως δεν με περίμενε κανείς.
Με μια
μάταιη επιθυμία να ακούσω φωνές αγαπημένες
και να
αναγνώριζαν κι εκείνοι τη φωνή μου.
Μαύρο είναι
το τηλέφωνό μου
και μέσα
στη νύχτα, πιο μαύρη ακόμη,
άκουγα
μόνο τον ήχο που καλούσε κάποιους τάφους.
Κι εγώ στο
σπίτι μου μόνος.
Διαλύεται
το πρωινό
στο θαμπό κρύσταλλο.
Πλησιάζει το καλοκαίρι.
Τραγουδούν
(τα ίδια;) τα
πουλιά,
Και δεν
ξέρω εάν υπάρχει παρηγοριά.
Με το φως που ξεσκεπάζει ξημερώνει.
Γυμνός στο
κρεβάτι
και το τηλέφωνο
χτυπάει.
Βιάζομαι. Λέω
παρακαλώ.
Συνεχίζει η
σιωπή και ξέρω πως μιλούν διαρκώς.
Βγαίνει η
φωνή από κάποιο νεκρό στόμα,
ή μήπως, εξαπατημένος
τόσο, είναι μόνο στην κώφωσή μου;
Ακούω πάλι
τα πουλιά. Και ξέρω ότι είναι τα ίδια
που
τραγουδούσαν τότε, τόσο εύθραυστα κι αιώνια.
Πρέπει να
μιλήσω. Με ποιον,
αν δεν
βγαίνουν ούτε ήχοι από το στόμα μου.
Φρανθίσκο
Μπρίνες

Comments
Post a Comment