Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ Πάω στον Βορρά. Αύριο πάω να δω την Κανταβρία, ατίθαση και πράσινη, να δω τη θάλασσα, και να ξεκουραστώ στην ύπαιθρο, πλάι σε μια πηγή που αναβλύζει στη σκιά μιας καστανιάς. Φεύγω γιατί δεν αντέχω άλλο να ζω χωρίς να βλέπω την Κανταβρία, διότι η Καραϊβική με κουράζει, τη Μεσόγειο, τη βαριέμαι κι η θάλασσα της Κίνας με έχει στην απέξω εντελώς. Εγώ θέλω τον γκριζωπό ουρανό μου πάνω από την πεπλοφόρο κοιλάδα, τη σταθερή βροχή μου, τα απαλά μου όρη της Χώρας των Βάσκων, και μερικά γλυκόλογα μητρόθεν, γιατί έρχομαι αφάνταστα κουρασμένος. Μαδρίτη, Ιούλιος 1968 Μπλας δε Οτέρο (1916-1979) p.67
ΕΠΤΑ Το σπίτι μου, δυστυχώς, είναι ένα σπίτι, ένα καλτσάκι που κρέμεται από ένα σύρμα, όπου έγραψα τους πιο ζοφερούς στίχους μου και ξαμολύθηκα στη ζωή, χάρη στον Θεό. Αυτό το σπίτι, σύντροφε, αυτό το σπίτι στέκει πάντα, στέκει, και κάνει κρύο το καλοκαίρι και το χειμώνα ζέστη (που να το πιστέψεις), κι εγώ έχω επιστρέψει, αδελφέ, λίγες ημέρες, για να πάρω τα βιβλία, τους δίσκους, τα συμβόλαιά μου κι έχω ανταμώσει τη μάνα μου στον διάδρομο και την αδελφή μου στ o σαλόνι, κι εμένα αυτοπροσώπως να διαβάζω σε μια γωνιά, νιώθεις, σύντροφε, πως κύλησαν μεγάλες ημέρες και διάπλατες νύχτες, από τότε. Τι να κάνω που είδα από ψηλά τον κόσμο και τα σύννεφα μαζί, κι έστριψα γύρω από ένα παιδί του Πινάρ δε Ρίο κι ήταν πολύ διαφορετικό από τα Ισπανάκια και τους Παριζιάνους, κάτι έγινε σε μερικά μέρη της γης, σύντροφε, αδελφέ, το σπίτι μου δυστυχώς έμεινε ίδιο, δεν άλλαξε καθόλου, έχει πιο πολλούς δίσκους, σύντροφε, πιο πολλή ηρε...