Skip to main content

Un poema de Mario Obrero en griego

 

Mario Obrero Peachtree City

Visor Libros, Madrid 2022



Ι


Το πρωί ο πατέρας καθαρίζει τον μπροστινό κήπο με τον φυσητήρα του


ενώ στην τηλεόραση ακούγονται κάλαντα


θυμάμαι πώς τα κολιμπρί πετούσαν τα δειλινά του αυγούστου

κι έπιναν νέκταρ από τα μπολάκια τους


ήταν η πρώτη φορά στα δεκάξι που είδα αυτά τα πουλιά


μικρά σαν κόκκινα άνθη ανθίζοντας στα περίχωρα του φωτός


είδα ντουζίνες από αρμαδίλλους και αγριοκούναβα στις ΛΕΑ


είδα αρχαίες συκιές και πελεκάνους να κοιμούνται μέσα στα στρείδια


και τώρα όπως δυο σύντροφοι στα δασάκια της αιωνιότητας

γράφω με άγνωστες λέξεις που βγαίνουν

από το στόμα μου σαν νιφάδες γύρης


τις αφήνω να κατοικήσουν τα όνειρά μου και βαδίζουν στη μοναξιά

με μία λάμπα λαδιού φάλαινας


κι ο ήχος /θρ/ κι η λέξη “γουντ” είναι μια γλυκοπατάτα

που ελαφριά κοιμάται στη γη


λέω αυτές τις λέξεις σαν να στάζει ένα σονέτο στο δέρμα του βερίκοκου


ο ποιητής είναι κάποιος που δεν ξέρει τι ή γιατί αλλά ξέρει πώς


το γιατί μπορεί να είναι η γιαγιά μου που μαζεύει λεμόνια από τη λεμονιά της


μπορεί να είναι το όνειρο ενός νεαρού σκίουρου ή η γεύση από ζεστά σμέουρα


έρχομαι από μια γη με λίγα ποτάμια


ονομάζουμε ποτάμια τα ρυάκια και ωκεανογραφούμε στη μέσα πλευρά των κόλπων


ο νικητής του εθνικού σόου σκύλων έχει βγει ένα μπουλντόγκ με το όνομα Θορ


από εκεί που έρχομαι δεν έχουμε εθνικό σόου σκύλων υπέρ της Δράσης Χαρίτων

ούτε ειδικές εκπτώσεις της Πρωτομαγιάς ούτε μήνα των εραστών του φυστικοβούτυρου


από εκεί που έρχομαι έχουμε ναυτικούς που μουσκεύουν τις φτέρες τους

και μητέρες που μαζεύουν κλαδάκια ράχου μετά τα μεσάνυχτα


η ψυχή μου έχει νέα πυρά όπου αναρίθμητες φωνές καίνε τις νερομολόχες τους


τώρα είμαι ένας ποιητής του αγνώστου που γράφει σε μία άγνωστη γλώσσα


υάκινθος βασιλικός κρεμάστρα φλούφλης καμπανούλα


είμαι ο αρουραίος που ξυπνά θάμνους με ντομάτες

και ντύνει μανταρίνια με πορτοκαλί φτερά


οι γονείς μου με κοιτούν όπως ο κόσμος κοιτάζει τις λακούβες στους δρόμους


τους λέω ότι τα συννεφιασμένα πρωινά βλέπω άλογα να κλαίνε

επάνω σε παγωμένες κιθάρες


λέω πως είμαι πλήρης από σωματίδια και σαλιγκάρια

που περιπλανιούνται στη σάρκα μου


το κρανίο της ορτανσίας απαγγέλλει ποιήματα στα λατινικά και όλοι

οι διαφορετικοί τύποι βουτύρου και τα τμήματα των δημητριακών αυτής της χώρας

λογοφέρνουν για το κόστος κατασκευής ενός μπανγκαλόου τον 19ο αιώνα

ο μπροστινός κήπος είναι καθαρός τώρα και οι γλάστρες έχουν διακόσμηση από μικρές και

χαριτωμένες αλατιέρες


βλέπω αγγέλους στις φλόγες της φωτιάς να αγκαλιάζουν τους καλούς τους

και να δειπνούν στον Οίκο της Βάφλας


σε όλες τις λακούβες της κομητείας αναζητώ τις σπίθες ενός

ποιητή που καλλιέργησε λαχανικά


αναζητώ τις λέξεις που φτιάχνουν φωλιές πελαργίσιες τα βροχερά απογεύματα.


*Ένα ποίημα γεμάτο εικόνες που απέδωσα στα ελληνικά του Μάριο Ομπρέρο, ο οποίος θεωρείται "ποιητής - θαύμα'' για πολλούς ανθρώπους των Γραμμάτων και των Τεχνών στην Ισπανία.

Comments